λητάρι
(ουσ. ουδ.)
λ’τάρι
[ˈltari]
Τσουχούρ.
λ’ντάρι
[ˈldari]
Φάρασ.
Πληθ.
λητάρε
[liˈtare]
Φάρασ., Φκόσ.
Από το μεταγν. ουσ. εἰλητάριον = τυλιγμένος πάπυρος. Ο τύπ. 'λητάριν μεσν. Η λ. και Πόντ.