ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τουτούρντημα (ουσ. ουδ.) ντουτούρντημα [duˈturdima] Μισθ. ντουdούρτημα [duˈdurtima] Μισθ. Από το ρ. τουτουρντίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Άναμμα : Νισ̑άς ντου ντουdούρτημα (Της φωτιάς το άναμμα) Μισθ. -Κοτσαν. Συνών. άφτημα, ήψιμο :1
Συνών. άφτημα