αργαστήρι
(ουσ. ουδ.)
αργαστήρι
[arɣaˈstiri]
Σινασσ.
αργασ̑τήρ'
[arɣaˈʃtir]
Φλογ.
αγραστήρ'
[aɣraˈstir]
Μαλακ., Ποτάμ., Σίλατ., Σινασσ.
Από το αρχ. ουσ. ἐργαστήριον. Ο τύπ. αργαστήριν μεσν. Ο τύπ. αγραστήρ' με μετάθ. υγρού.
1. Εργαστήριο, χώρος όπου εξασκείται μία τεχνική-βιοτεχνική εργασία
ό.π.τ.
Πβ.
κιαρχανάς, μπεζιρχανές