ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νιαμάς (ουσ. ουδ.) νιαμάς [ɲaˈmas] Μισθ. Πιθ. από το τουρκ. ουσ. amaç = στόχος, σκοπός.
Αιτία : Ντου νιαμάς τί 'δουν; (Η αιτία ποια ήταν;) Μισθ. -Κοτσαν. Συνών. άκρα, σεμπέμπης :1