τένι
(ουσ. ουδ.)
τ͑ένι
[ˈtʰeni]
Σίλ., Φάρασ.
τεν'
[ten]
Μαλακ., Μισθ.
τ͑α̈́νι
[ˈtʰæni]
Αφσάρ.
ντιαν
[dʝan]
Μισθ.
ντιάνι
[ˈdʝani]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. ten = α) επιδερμίδα β) παλαιότ., σώμα, όπου και διαλεκτ. τύπ. tän.
1. Σώμα, κορμί
ό.π.τ.
:
Σουλαΐζ' ούλου ντου ντιάνι μ’
(Πονάει όλο το κορμί μου)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Βολονιάζει τ͑ένι μου
(Ανατριχιάζει το κορμί μου)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Συνών.
γκιοβντέ, κορμί, ράχη
2. Επιδερμίδα
Φάρασ.