ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

άνοιγμα (ουσ. ουδ.) ἀνοισμα [ˈanizma] Αραβαν., Γούρδ. Από το μεταγν. ουσ. ἄνοιγμα. Ο τύπ. άνοισμα από το θ. ανοισ- του τύπ. ανοίζω.
Άνοιγμα ό.π.τ. Αντίθ άρμωμα, σάλημα