ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

παάζημα (ουσ.) παάζημα [paˈazima] Ουλαγ. Από το ρ. παγάζω, όπου και τύπ. παάζω, και το παραγωγ. επιθμ. -μα.
Μεταφορά : Ούτσ̑α ντο παάζημα ξεύρω το γκι ογώνα (Έτσι την μεταφορά την ξέρω κι εγώ (να την κάνω)) Ουλαγ. -Κεσ. Συνών. κουβάλημα, πάγασμα :2