ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

παίρημα (ουσ.) παίρημα [ˈperima] Ουλαγ. Από το ρ. παίρω (θ. παιρ-) και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Πάρσιμο : Απ' εκείνο παράγια ντο παίρημα πολύ ζόρ' 'ναι (Από εκείνον λεφτά για να πάρεις, πολύ δύσκολο είναι) Ουλαγ. -Κεσ.
παίρνω ( ρ. ) παίρνω [ˈperno] Αραβαν., Αραβ., Γούρδ., Σινασσ., Φάρασ. παίρνου [ˈpernu] Μισθ., Σίλ. παίρω [ˈpero] Ανακ., Αξ., Ουλαγ., Σίλατ., Σίλ., Τελμ., Φάρασ., Φλογ. παίρου [ˈperu] Μαλακ., Μισθ., Σίλ., Τσαρικ., Τσουχούρ. Παρατατ. έπαιρνα [ˈeperna] Αξ. παίρνισκα [ˈperniska] Αραβ., Σινασσ. παιρνόσκα [perˈnoska] Σίλ. παίρισ̑κα [ˈperiʃka] Αξ., Αραβ., Γούρδ., Μισθ., Φλογ. παίριξα [ˈperiksa] Μισθ. παίρκα [ˈperka] Φάρασ. παίρνκα [ˈperŋka] Φάρασ. bήρκα [ˈbirka] Κίσκ. πήρινα [ˈpirina] Σίλ. πηρίνοσκα [piˈrinoska] Σίλ. Αόρ. πήρα [ˈpira] Αφσάρ., Καππ., Σίλ., Φάρασ. πήρανα [ˈpirana] Φάρασ. επήρα [eˈpira] Ουλαγ., Τελμ. έπηρα [ˈepira] Ουλαγ. έπερα [ˈepera] Ουλαγ. Υποτ. πάρω [ˈparo] Καππ., Φάρασ. πάρου [ˈparu] Σίλ., Τσουχούρ. bάρου [ˈbaru] Σίλ. Προστ., Εν. έπαρε [ˈepare] Ανακ., Ποτάμ. έπαρ' [ˈepar] Αξ., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Ποτάμ., Τελμ., Τροχ., Φάρασ., Φλογ. έbαρ' [ˈebar] Φάρασ. άπαρ' [ˈapar] Αφσάρ., Σίλ., Φάρασ. πάρ' [par] Μισθ., Φάρασ. μα [ma] Αραβαν., Μισθ., Σίλ. Πληθ. επαρέτε [epaˈrete] Τελμ. επαρέτ' [epaˈret] Μισθ. παρέτ' [paˈret] Ουλαγ., Φλογ. Αόρ., Παθ. επάρτα [eˈparta] Σινασσ. παρτήχα [parˈtixa] Αξ. Μτχ., Παθ. παιρημένο [pariˈmeno] Ουλαγ. ...