ορθούτσικα
(επίρρ.)
ορτούτσικα
[or'tutsika]
Μαλακ., Φλογ.
ορτούσ̑κα
[or'tuʃka]
Αξ.
Από το επίθ. ορθούτσικος και το παραγωγ. επίθμ. -α.
1. Ίσια
Αξ., Φλογ.
:
Ορτούτσικα κατέβην κάτω
(Κατέβηκε ίσια κάτω, κάθετα)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ 812
Συνών.
οξορτά