αγνώριστος ( επίθ.
)
αγρώνιστο
[aˈɣronisto]
Σίλατ., Σινασσ.
αναγνώριστος
[anaˈɣnoristos]
Σινασσ.
...
άγνωστος
(επίθ.)
άγνωστος
[ˈaɣnostos]
Αραβαν., Σίλ., Σινασσ.
άνωστος
[ˈanostos]
Σίλ.
Αρχ. επίθ. ἄγνωστος. Για τις σημ. βλ. ΙΛΝΕ, λ. ἄγνωστος.
1. Ανόητος, ασύνετος
Σίλ., Σινασσ.
Συνών.
ακιλσούζης, λαφρός :3, τσανός, Αντίθ
ακιλής, αντικάς :2, αχαμνός