ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

απομένω ( ρ. ) απομένω [apoˈmeno] Σινασσ. απομένου [apoˈmenu] Σίλ. 'πομένω [poˈmeno] Φάρασ. 'πομένου [poˈmenu] Μισθ., Σίλ., Φάρασ. 'πεμένω [peˈmeno] Φάρασ. 'πομ'νίσ̑κω [poˈmniʃko] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Φλογ. 'πομ'νίσκου [poˈmnisku] Μισθ., Σίλ. 'πομίσ̑κω [poˈmiʃko] Ανακ., Φερτάκ. 'πουμίσ̑κου [puˈmiʃku] Μαλακ. 'πουμίξου [puˈmixu] Μαλακ. 'πουμίγου [puˈmiɣu] Μαλακ., Μισθ. 'πλεμ'νίσ̑κω [pleˈmniʃko] Γούρδ. Παρατατ. 'πόμισ̑κα [ˈpomiʃka] Μισθ. Αόρ. 'πέμεινα [ˈpemina] Φάρασ. 'πόμεινα [ˈpomina] Τσουχούρ., Φάρασ. επόμ'να [eˈpomna] Αξ. 'πόμ'να [ˈpomna] Αξ., Αραβαν., Ουλαγ., Ποτάμ., Σίλ., Τσουχούρ. 'πόμα [ˈpoma] Μαλακ., Μισθ., Σίλατ., Φερτάκ., Φλογ. 'πόνα [ˈpona] Αξ. 'πλέμ'να [ˈplemna] Γούρδ. 'πλένα [ˈplena] Γούρδ. 'πλέμ-μα [ˈplemma] Γούρδ. 'πλόμα [ˈploma] Τελμ. Υποτ. 'πoμ'νώ [poˈmno] Αξ., Αραβαν., Ουλαγ., Σίλ. 'πομώ [poˈmo] Μισθ., Φλογ. Παθ. 'πομ'νίσκομαι [poˈmniskome] Ουλαγ. 'πομ'νίσκουμου [poˈmniskumu] Σίλ. 'πομ'ν̑ίσκουμου [poˈmɲiskumu] Σίλ. Παρατατ. 'πομ'νινόσκουμου [pomniˈnoskumu] Σίλ. Αόρ. απόμ'νηκα [aˈpomnika] Καππ. 'πόμ'κα [ˈpomka] Τσαρικ. ...
απομπρός (επίρρ.) απομbρό [apomˈbro] Μαλακ., Φλογ. 'πομbρό [pomˈbro] Φάρασ. ανομbρό [anomˈbro] Αραβαν. Από το μεσν. επίρρ. ἀπομπρός, το οπ. από την συνεκφορά της πρόθ. απὸ και του επιρρ. εμπρός. Ο τύπ. ανομbρό με ανομ. χειλ.
Από μπροστά ό.π.τ. : Ανομbρό πέρνασε ένα καμήλ’ (Από μπροστἀ πέρασε μία καμήλα) Αραβαν. -Dawk. Απομbρό παιρπαίν'νε και εgεί το αστενάρ' (Μπροστά από όλο τον κόσμο περνάνε και εκείνο τον άρρωστο) Φλογ. -Dawk. 'ς σε πάρει ο δι-έβος 'πομbρό μου! (Να σε πάρει ο διάολος από μπροστά μου!) Φάρασ. -Θεοδ.Ιστ.