ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

παφτά (ουσ. ουδ.) π͑αφτά [pʰaf'ta] Αξ. Από το τουρκ. (< περσ.) ουσ. pafta = α) τμήμα χάρτη β) μεταλλική διακόσμηση χαλιναριού γ) παξιμάδι για βίδες δ) κηλίδα, βούλα (< περσ. bāfta = κεντημένος με ασημένια ή χρυσή μεταξωτή κλωστή).
Είδος πόρπης που φορούσε η νύφη