ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πέθαμα (ουσ. ουδ.) πέχιαμα [ˈpeçama] Αξ. πέραμα [ˈperama] Αραβαν. Από το θ. αορ. πεθαν- του μεσν. ρ. πεθαίνω με τροπή [θ] > [ç] πριν από [a] εντός της λ. και με προσθήκη του παραγωγ. επίθμ. -μα.
Θάνατος ό.π.τ.