παραμυρίζω
(ρ.)
παραμυρώ
[paramiˈro]
Φάρασ.
Υποτ.
παραμυρίσω
[paramiˈrisi]
Φάρασ.
παρ’μυρίσω
[parmiˈrisi]
Φάρασ.
Προστ., Εν.
παραμύρα
[paraˈmira]
Από το πρόθμ. παρα- και το ρ. μυρίζω, όπου τύπ. μυράου με μεταπλ. κατά τα ρ. σε -άου/-ώ λόγω της ομοηχίας των αορ. δομών τους.
1. Για ζώο, μυρίζω με το ρύγχος μου εδώ κι εκεί
Φάρασ.
:
Τσ̑’ απού πήγε απόκκος να παραμυρίσει, τζ̑ένd’σεν ντα ο νομάτ μο ντο σακκοράφι
(Kι όταν πήγε η αλεπού να μυρίσει εδώ κι εκεί, ο άνθρωπος την τρύπησε με την σακκοράφα)
Φάρασ.
-Dawk.