ασμάς (1)
(ουσ. αρσ.)
ασμάς
[aˈsmas]
Φάρασ.
ασμά
[aˈsma]
Ανακ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλ.
Πληθ.
ασμάδια
[aˈsmaðʝa]
Ανακ.
ασμάϊα
[aˈsmaia]
Μισθ.
ασμάδα
[aˈsmaða]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. asma = αμπελόκλημα, κλήμα (Redhouse).
1. Κλήμα
Ανακ., Αξ., Μισθ., Ουλαγ.
:
Ντο ασμά έισ̑κε ερυό τζ̑ανgι̂́λια μαύρα σταφύα
(Το κλήμα είχε δυό τσαμπιά μαύρα σταφύλια)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Συνών.
αμπέλι, κλήμα
2. Κληματαριά, πέργκολα
Μισθ., Σίλ., Φάρασ.
:
Σ'ν αυλή ομbρό έιξαμ' ασμάϊα
(Στην αυλή μπροστά είχαμε κληματαριές)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Συνών.
νενεντράδι