ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

δέντρομαι (ρ.) δένdρομαι [ˈðendrome] Τελμ. Παραφθορά του μεσοπαθ. τύπ. δέρνομαι του ρ. δέρνω. Εσφαλμένη η ετυμολογ. σύναψη με ανύπαρκτο ουσ. δένδρες, η δένδρα (ΙΛΝΕ), καθώς και αυτή αποτελεί απλή παραφθορά του ουσ. άνδρες. Για το θέμα βλ. Παπαδόπουλος Κεραμεύς (1885: 157).
Μάχομαι, χτυπιέμαι : || Ασμ. Εμβαίνει, εβγαίνει, φουρκαλεί και στράτες φος γεμάτες
έχει σπαθιά και δένdρεται, κονdάρια και σκοτούται
(Μπαίνει, βγαίνει, σκουπίζει και στράτες γεμάτες σκόνη
έχει σπαθιά και δέρνεται, κοντάρια και σκοτώνεται)
Τελμ. -Lag.
Συνών. βουρουλντίζω :1, τεπελεντίζω
δένω ( ρ. ) δένω [ˈðeno] Ανακ., Αραβαν., Γούρδ., Φλογ. δένου [ˈðenu] Μαλακ., Μισθ. ντένω [ˈdeno] Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Δίλ., Ουλαγ., Τροχ. ζένω [ˈzeno] Τελμ. ντήζου [ˈdizu] Μισθ., Τσαρικ. ρήν-νου [ˈrinnu] Σίλ. ρήνου [ˈrinu] Σίλ. δενίσ̑κω [ðeˈniʃko] Δίλ., Ποτάμ., Φλογ. ντενίσκω [deˈnisko] Μισθ. δέν'σ̑κω [ˈðenʃko] Δίλ., Φλογ. Παρατατ. έδενα [ˈeðena] Γούρδ. δένκα [ˈðeŋka] Φάρασ. δένισ̑κα [ˈðeniʃka] Φλογ. ντήισ̑κα [ˈdiiʃka] Μισθ. ντήιξα [ˈdiiʃka] Μισθ. έρηνα [ˈerina] Σίλ. ρην-νινόσκα [rinniˈnoska] Σίλ. Αόρ. έδεσα [ˈeðesa] Γούρδ., Σινασσ., Τελμ., Φλογ. έdεσα [ˈedesa] Αξ., Αραβαν., Γούρδ. έdησα [ˈedisa] Τροχ. έd'σα [ˈedsa] Μισθ. έδησα [ˈeðisa] Μαλακ. έρησα [ˈerisa] Σίλ. έτσα [ˈetsa] Μισθ. Υποτ. δέσω [ˈðeso] Καππ. ντέσω [ˈdeso] Αξ. ντέκω [ˈdeko] Ουλαγ. ρήσου [ˈrisu] Σίλ. Προστ., Εν. ρήνε [rine] Σίλ. Αόρ. δέσε [ˈðese] Γούρδ. ντέσε [ˈdese] Αξ., Αραβαν. ρήσε [ˈrise] Σίλ. ρήσ' [ris] Σίλ. Παθ. δένουμαι [ˈðenume] Γούρδ. δένουμι [ˈðenumi] Ανακ., Δίλ. ντένουμαι [ˈdenume] Αξ. ντηζιέμαι [diˈzʝeme] Μισθ. ντηζιέμι [diˈzʝemi] Μισθ. ρήν-νουμου [ˈrinnumu] Σίλ. ρήνουμι [ˈrinumi] Σίλ. ρην-νινόσκα [rinniˈnoska] Σίλ. Αόρ. ντήστα [ˈdista] Μισθ. ντηστήχα [diˈstixa] Μισθ. δέστα [ˈðesta] Γούρδ., Φλογ. ντέχα [ˈdexa] Αξ. ρήσ̑τσ̑ηκα [ˈriʃtʃika] Σίλ. Μτχ. δεμένος [ðeˈmenos] Γούρδ. ντεμένο [deˈmeno] Αξ., Αραβαν. ντημένος [diˈmenos] Μισθ. ντησμένου [diˈzmenu] Μισθ. ρημένους [riˈmenus] Σίλ. ρησμένους [riˈzmenus] Σίλ. ντενημένο [deniˈmeno] Ουλαγ. ...