ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σωρεύω ( ρ. ) σωρεύω [sοˈrevo] Ανακ., Σινασσ., Φάρασ. σωρεύου [sοˈrevu] Αφσάρ., Κίσκ., Σίλ., Τσουχούρ., Φκόσ. σωρεύγου [sοˈrevɣu] Σίλ. σωρόβω [sοˈrovo] Ανακ., Αραβαν., Γούρδ., Μαλακ., Ουλαγ., Ποτάμ., Σίλατ., Σινασσ., Τσαρικ., Φερτάκ., Φλογ. σωρόβου [sοˈrovu] Μισθ., Σίλ., Τσαρικ. σωρόβγου [sοˈrovɣu] Σίλ. σερεύω [seˈrevo] Αξ., Τροχ. Παρατατ. σώροβα [ˈsorova] Ανακ., Δίλ., Ποτάμ. σώρουβα [ˈsoruva] Μισθ. σωρόβεινα [soˈrovina] Ουλαγ. σωρόβ'να [soˈrovna] Φλογ. σωρεύκα [soˈrefka] Φάρασ. σωρόβινισ̑κα [soˈroviniʃka] Ουλαγ. σέρευα [ˈsereva] Αξ., Τροχ. Αόρ. σώρεψα [ˈsorepsa] Φάρασ., Φκόσ. σώριψα [ˈsoripsa] Αφσάρ., Σίλ. σώροψα [ˈsoropsa] Αραβαν., Γούρδ., Μισθ., Ουλαγ., Φλογ. σώρουψα [ˈsorupsa] Μαλακ., Μισθ., Τσαρικ. σέρεψα [ˈserepsa] Αξ. Υποτ. σωρέψω [soˈrepso] Φάρασ. σωρόψω [soˈropso] Ανακ., Αραβαν., Φλογ. σωρόψου [soˈropsu] Μισθ. σερέψω [seˈrepso] Αξ. Πληθ., Υποτ. σωρέψουμι [soˈrepsumi] Τσουχούρ. Προστ., Εν. σώρεπ' [ˈsorep] Φάρασ. σώροψε [ˈsoropse] Αραβαν. σώρουψι [ˈsorupsi] Μισθ., Τσαρικ. σέρεψε [ˈserepse] Αξ., Τροχ. Πληθ. σωρουψέτ' [soruˈpset] Φάρασ. Παθ. σωρευιέμαι [soreˈvʝeme] Τελμ. σωροβιέμι [soroˈvʝemi] Μισθ. σωρουβιέμι [soruˈvʝemi] Τσαρικ. σερεύουμαι [seˈrevume] Αξ. Παρατατ. σωροβιούμι [soroˈvʝumi] Μισθ. Αόρ. σωρεύτα [soˈrefta] Σινασσ., Φάρασ. σωρόφτα [soˈrofta] Αραβαν., Μισθ. σερεύτα [seˈrefta] Αξ. Υποτ. σωροφτώ [soroˈfto] Αραβαν. σερευτώ [sereˈfto] Αξ. Προστ., Εν. σωρεύτου [soˈreftu] Φάρασ. σερεύτ' [seˈreft] Αξ. σωρόφτ' [soˈroft] Τσαρικ. Πληθ. σωροφτάτ' [soroˈftat] Μισθ., Τσαρικ. Μτχ. σωροβμένο [sorovˈmeno] Αραβαν., Ουλαγ. σωρουμένου [soruˈmenu] Μισθ. ...
σωρομπολτζής (ουσ.) σωροbολτσ̑ής [sorobolˈtʃis] Μισθ. σωροbολτζής [sorobolˈdzis] Μισθ. Πιθ. από το ν.ε. διαλεκτ. ουσ. σωροβολιό = σωρός ή το ν.ε διαλεκτ. ρ. σωροβολιάζω = κάνω σωρούς και το παραγωγ. επίθμ. -τζής.
Ζητιάνος που μαζεύει ό,τι του δώσουν : Ήρτι σωροboλτζής να σωρέψ', έο! (`Ει, ήρθε ο μαζώχτρας να μαζέψει!) Μισθ. -ΙΛΝΕ 887