φενά
(επίθ.)
φενά
[feˈna]
Αραβαν., Ουλαγ.
φενάς
[feˈrnas]
Φάρασ.
Θηλ.
φενάσα
[feˈrnasa]
Φάρασ.
Το τουρκ. επίθ. fena = α) άσχημος β) τρομερός γ) δυσάρεστος δ) επίρρ., άσχημα.
1. Δυσάρεστος, κακός, άσχημος
Ουλαγ., Φάρασ.
:
Χάλι μ’ φενά ’ναι
(Η κατάσταση μου είναι άσχημη)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Συνών.
αβόλετος, γιαγίρι, πικρός, μαύρος
2. Ως επίρρ., άσχημα
Αραβαν.