φέρημα
(ουσ. ουδ.)
φέρημα
[ˈferima]
Ουλαγ.
φέρεμα
[ˈferema]
Φάρασ.
Από το το νεότ. ουσ. φέρημα, το οπ. από το ρ. φέρω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φέρνω
Ουλαγ.