ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

εκείνος ( αντων. ) εκείνο [eˈcino] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Ποτάμ., Σίλατ., Τελμ., Τζαλ., Φερτάκ., Φλογ. εκείνου [eˈcinu] Μαλακ., Μισθ. εκεινό [eciˈno] Ουλαγ. εκεινά [eciˈna] Αξ., Μισθ., Φλογ. ικείνο [iˈcinο] Φλογ. ικείνου [iˈcinu] Μαλακ. ιgεινά [iɉiˈna] Φλογ. ατσ̑είνο [aˈtʃino] Φάρασ. ατσ̑είνου [aˈtʃinu] Φάρασ. ατζ̑είνο [aˈdʒino] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. ατζ̑εινό [adʒiˈno] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. ατζ̑είνα [aˈdʒina] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. ατζ̑εινά [adʒiˈna] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. ατζ̑είνε [aˈdʒine] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. ατσ̑εινέ [atʃiˈne] Φάρασ. ατσ̑εινα̈́ [atʃiˈnæ] Φάρασ. 'κείνο [ˈcino] Αξ., Ποτάμ., Σίλατ., Τζαλ., Φλογ. 'κείνου [ˈcinu] Μαλακ., Μισθ., Σεμέντρ., Σίλ. 'κεινό [ciˈno] Ουλαγ. 'τζ̑είνο [ˈdʒino] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. 'τζ̑είνε [ˈdʒine] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. 'τζ̑εινά [dʒiˈna] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. τοκεινόν [tociˈnon] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., κ.α., Μαλακ., Ουλαγ., Ποτάμ. νενεκεινόν [neneciˈnon] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., κ.α., Μαλακ., Ουλαγ., Ποτάμ. τεκεινά [teciˈna] Μαλακ. τεκεινάς [teciˈnas] Σίλ. τικεινάς [ticiˈnas] Σίλ. τικεινιά [ticiˈɲa] Μαλακ. τουκεινά [tuciˈna] Τελμ. τουκεινιά [tuciˈɲa] Ποτάμ. τουκουγιά [tukuˈʝa] Φλογ. κειτινάς [citiˈnas] Σίλ. Αρσ. εκείνους [ˈecinus] Σίλ. ικείνους [iˈcinus] Σίλ. ατσ̑είνος [aˈtʃinos] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. ατσ̑είνους [aˈtʃinus] Φάρασ. ατζ̑είνος [aˈdʒinos] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. 'κείνους [ˈcinus] Σίλ. 'τσ̑είνος [ˈtʃinos] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. 'τζ̑είνος [ˈdʒinos] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. κείτινους [ˈcitinus] Σίλ. κειτινός [citiˈnos] Σίλ. Θηλ. εκείν' [eˈcin] Τελμ. ικείν' [iˈcin] Σινασσ. ατζ̑είνη [aˈdʒini] Φάρασ. 'κείν̑η [ˈciɲi] Σίλ. 'κείν' [cin] Τελμ. ’τσείνη [ˈtsini] Σίλ. Ουδ. 'κείνου [ˈcinu] Σίλ. ατζ̑είνο [aˈdʒino] Φάρασ. Γεν. εκεινανού [ecinaˈnu] Σίλ. εκεινιαρώ [eciɲaˈro] Ουλαγ. εκειντζ̑αρώ [ecindʒaˈro] Ουλαγ. κεικιού [ciˈcu] Μισθ. τουνεκεινιού [tuneciˈɲu] Σινασσ. τουνετσ̑εινού [tunetʃiˈnu] Φάρασ. τουτσ̑είνου [tuˈtʃinu] Αφσάρ., Φάρασ. τεκεινιού [teciˈɲu] Μαλακ., Μισθ. τεκϋνιού [tecyˈɲu] Φλογ. τϋκΰν' [tyˈkyn] Φερτάκ. τικείνου [tiˈcinu] Μαλακ. κιτεινού [citiˈnu] Σίλ. τικεινιού [ticiˈɲu] Φλογ. τεκεινιαρού [teciɲaˈru] Μαλακ. τουκειούν [tuˈcun] Τελμ. τουκειουνού [tucuˈnu] Φερτάκ. τουκειουνιού [tucuˈɲu] Αραβαν. τουκούν [tuˈkun] Αξ., Γούρδ., Σεμέντρ., Σίλ. τοκούν [toˈkun] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., κ.α., Μαλακ., Ουλαγ., Ποτάμ. τουκουνιαρού [tukuɲaˈru] Σεμέντρ., Σίλατ. Αρσ. τουτζ̑είνου [tuˈdʒinu] Φάρασ. Θηλ. σετσ̑είντς [seˈtʃints] Φάρασ. σετζ̑είντς [seˈdʒints] Φάρασ. σ'τσ̑είνης [sˈtʃinis] Αφσάρ., Φάρασ. Πληθ. εκείνα [eˈcina] Ανακ., Αξ., Γούρδ., Μαλακ., Μισθ., Ποτάμ., Σίλατ., Φλογ. εκείνια [eˈciɲa] Αραβαν., Γούρδ., Φερτάκ. ικείνα [iˈcina] Φλογ. ικείν' [iˈcin] Σινασσ. νεϊκείνα [neiˈcina] Αξ. εκεινά [eciˈna] Αξ., Μισθ., Ουλαγ. ικεινά [iciˈna] Φλογ. εκεινιά [eciˈɲa] Ανακ., Αξ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλατ. εκεινιαρά [eciɲaˈra] Τσαρικ. εκειντζ̑ά [ecinˈdʒa] Ουλαγ. ατζ̑εινιά [adʒiˈɲa] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. 'τζ̑εινιά [dʒiˈɲa] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ., Φάρασ. 'κείνα [ˈcina] Αξ., Μαλακ., Μισθ., Ποτάμ., Σίλατ., Φλογ. 'κεινιά [ciˈɲa] Μισθ. τακεινόν [taciˈnon] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., κ.α., Μαλακ., Ουλαγ., Ποτάμ. τακούν [takun] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., κ.α., Μαλακ., Ουλαγ., Ποτάμ. τεκεινιά [teciˈɲa] Μαλακ. τουκουνιά [tukuˈɲa] Φλογ. τουκεινιά [tuciˈɲa] Ποτάμ. Αρσ. ατσ̑είνοι [aˈtʃini] Τσουχούρ., Φάρασ. ατζ̑είνοι [aˈdʒini] Φάρασ. ατζ̑είν' [aˈdʒin] Σατ. Θηλ. ατζ̑είνες [aˈdʒines] Φάρασ. κείτινες [ˈcitines] Σίλ. κειτινές [citiˈnes] Σίλ. Ουδ. ατζ̑είνα [aˈdʒina] Φάρασ. Γεν. εκειναρού [ecinaˈru] Αξ. εκεινιαρώ [eciɲaˈro] Μισθ., Ουλαγ. εκειντζ̑αρώ [ecindʒaˈro] Ουλαγ. 'κεινιάρω [ciˈɲaro] Μισθ. 'κεινιαρώ [ciɲaˈro] Μισθ. 'κειτιάρω [ciˈtçaro] Μισθ. 'κειτιαρώ [citçaˈro] Μισθ. 'κειτινών [citiˈnon] Μισθ., Σίλ. νεεκεινιώ [neeciˈɲo] Αξ. τουνεκεινιών [tuneciˈɲon] Σινασσ. τουνετσ̑εινώ [tunetʃiˈno] Φάρασ. τουνετζ̑εινών [tunedʒiˈnon] Φάρασ. τ'νεεκεινιώ [tneeciˈɲo] Αξ. τεκεινιαρώ [teciɲaˈro] Μισθ. τεκεινιαρού [teciɲaˈru] Μαλακ. τικεινιαρού [ticiɲaˈru] Μαλακ. τουκειουνιών [tucuˈɲon] Αραβαν. τουτσ̑εινιώ [tutʃiˈɲo] Αφσάρ., Κίσκ., Σατ., Τσουχούρ., Φκόσ. τουκειουνιαρού [tucuɲaˈru] Φερτάκ. τουκειναρού [tucinaˈru] Τελμ. τουκουνιών [tukuˈɲon] Γούρδ. τουκουνιαρούν [tukuɲaˈrun] Σεμέντρ. τουκουνιαρού [tukuɲaˈru] Σίλατ. τϋκϋναρού [tycynaˈru] Τελμ. τϋκϋναδιού [tycynaˈðʝu] Τελμ. τϋκϋνιαρού [tycyɲaˈru] Φερτάκ. ...
εκείορτα (επίρρ.) εκείορτα [eˈciorta] Φλογ. εκείρτα [eˈcirta] Αξ. ικείρτα [iˈcirta] Φλογ. εκειάορτα [eˈcaorta] Σίλ. ετσέρτα [eˈtserta] Τροχ. ικειάρτα [iˈcarta] Μαλακ. εκειούρτα [eˈcurta] Φλογ. ικειούρτα [iˈcurta] Μαλακ. 'κειούρτα [ˈcurta] Μισθ. 'τσ̑ούρτα [ˈtʃurta] Μισθ. Από τα επιρρ. εκεί ή εκειά και ορθά, όπου και τύπ. ορτά. Ο τύπ. ικειάρτα από τα επιρρ. εκειά, όπου και τύπ. ικειά, και ορθά, όπου και τύπ. ορτά. Ο τύπος ετσέρτα με προχωρητική αφομ. [e-i > e-e] (ή επίδρ. του παρακείμενου υγρού) και τσιτακισμό. Ο τύπ. ’τσ̑ούρτα από τον τύπ. εκειούρτα με αποβολή του αρκτ. άτονου [e] και ουράνωση.
Πβ. ορθά
Προς τα εκεί : Το πουλί πετ-τά εγιώρτα, πετ-τά εκείρτα (Το πουλί πετά ίσια προς τα εδώ, πετά ίσια προς τα εκεί ) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Άκουσιν ντου ντoυ παλληκάρ' που φύλακ'νι, τσ̑ι έτριξι 'τσ̑ούρτα (Το άκουσε το παλληκάρι που φύλαγε, και έτρεξε προς τα εκεί) Μισθ. -Κοιμίσ. Nα υπάεις πιο τ' εκειάορτα (Να πας πιο εκεί) Σίλ. -Κωστ.Σ. qαμbρός εδώρτα ικείρτα δέν μπορ’ να τα εύρει (Ο γαμπρός (ψάχνει) προς τα εδώ, προς τα εκεί, δεν μπορεί να τα βρει) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Χέρκες φέγνει εδώρτα-εκειούρτα, σο τιτσ̑αρέτ τό 'να, σε μάγγανος τ' άλλο, στο τιφτίκ, και τα πολλά στην Πόλ’ (Ο καθένας φεύγει εδώ κι εκεί, στο εμπόριο ο ένας, στο ελαιοπιεστήριο ο άλλος, στην επεξεργασία του μοχέρ, και οι περισσότεροι στην Πόλη) Φλογ. -ΙΛΝΕ 811 Έτρεξε 'κειούρτα (Έτρεξε προς τα εκεί) Μισθ. -ΑΠΥ-ΑΠΘ Να βγω εγειάρτα, να κλώσω ετσέρτα (Να βγω προς τα εδώ, να (τρι)γυρίσω προς τα εκεί) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1555 Συνών. ατιούρτα