-ίνα
(επίθμ.)
-ίνα
[-ˈina]
Ανακ., Αξ., Γούρδ., Μισθ., Σίλ., Φάρασ.
Μεσν. επίθμ. -ίνα για τις σημ. 1 και 2, από το λατιν. ανδρωνυμικό και πατρωνυμικό επίθμ. -ina, που επεκτάθηκε σε θηλ. κύρια ονόμ. μη λατινικής προέλευσης και στην συνέχεια και σε προσηγορ.
1. Μετουσ. επίθμ. για τον σχηματ. θηλ. ουσ. από τα αντίστοιχα αρσ.
Σίλ.
:
γονξίνα
(γειτόνισσα)
Σίλ.
χισμετζίνα
(υπηρέτρια)
Σίλ.
Συνών.
-άβη