-ίστρα
(επίθμ.)
-ίστρα
[-ˈistra]
Ανακ., Αξ., Μαλακ., Μισθ., Σινασσ., Φλογ.
Από το επίθμ. -τρα με επανανάλυση σε -ίστρα όταν συνδυαζόταν με αοριστικά θ.
1. Μετoυσ. επίθμ. για τον σχηματ. θηλ. ουσ. που δηλώνουν όργανο
Φλογ.
:
σαπουνίστρα
(μείγμα νερού και σαπουνιού ως λιπαντικό για τον ξύλινο άξονα άμαξας)
Φλογ.
Συνών.
-άρι, -τρα :1
Μετoυσ. επίθμ. για τον σχηματ. θηλ. ουσ. που δηλώνουν χώρο όπου συγκεντρώνονται αντικείμενα
Ανακ., Αξ., Μισθ., Σινασσ.
:
ροβίστρα
(χωράφι φυτεμένο με ρεβίθια)
Μισθ., Αξ.
φκονίστρα
(το μέρος όπου βρίσκονται οι θημωνιές)
Αξ.
βολονίστρα
(βελονοθήκη)
Σινασσ., Ανακ.
φακουδίστρα
(χωράφι σπαρμένο με φακές)
Πβ.
-λίκι, -τρα :1, -ώνας