-ίτσι
(επίθμ.)
-ίτσι
[-ˈitsi]
Καππ.
-ίτσ̑ι
[-ˈitʃi]
Φάρασ.
-ίτζι
[-ˈidzi]
Σινασσ.
Μεσν. επίθμ. -ίτσι από το μεσν. επίθμ. -ίκι με τσιτακ. από αρχ. υποκορ. επίθημα -ιον σε λ. με θ. σε -ικ-, π.χ. αρχ. πέρδιξ > αρχ. υποκορ. περδ-ίκ-ιον > μσν. περδίκιν (βλ. Georgacas 1984: 129-130).