γαρτλαμούς
(επίθ.)
γαρτλαμούς̑
[ɣartlaˈmuʃ]
Μισθ.
Από τον τύπ. μτχ. kartlanmış του τουρκ. ρ. kartlanmak = α) γερνάω β) χάνω την φρεσκάδα μου (Redhouse).
1. Ξεσποριασμένος