ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καλλικεύω ( ρ. ) καλ’γκεύω [kalˈɟevo] Αξ. καλ’γεύω [kalˈʝevo] Σίλατ. γαλ’γεύω [ɣalˈʝevo] Σινασσ. καλ’τσ̑εύου [kalˈtʃevu] Μισθ., Τσαρικ. γκαλ’τσ̑εύου [galˈtʃevu] Τσουχούρ., Φάρασ. γαλ’τζ̑εύω [ɣalˈdʒevo] Φάρασ. γαλιτσ̑έου [ɣaliˈtʃeu] Φάρασ. καλεύω [kaˈlevo] Αραβαν., Φλογ. καλεύου [kaˈlevu] Μαλακ., Μισθ. καλιεύου [kaˈʎevu] Μισθ. γαλεύω [ɣaˈlevo] Ποτάμ., Σινασσ. γαλιεύω [ɣaˈʎevo] Σίλατ. καλ’ντεύω [kalˈdevo] Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Τελμ., Φερτάκ. γκαλ’ντεύω [galˈdevo] Ουλαγ. κατλεύγου [katˈlevɣu] Σίλ. Παρατατ. κάλ’τσ̑ευα [ˈkalʃteva] Μισθ. κάλιβα [ˈkaliva] Μισθ. γαλ’τσ̑εύκα [ɣalˈtʃevka] Τσουχούρ., Φάρασ. γαλ’τζ̑εύκα [ɣalˈdʒevka] Φάρασ. Αόρ. καλίκεψα [kaˈlicepsa] Ανακ., Σίλατ. καλίτζ̑εψα [kaˈlidʒepsa] Φάρασ. γκαλίτζ̑εψα [gaˈlidʒepsa] Φάρασ. γαλίτζ̑εψα [ɣaˈlidʒepsa] Σατ., Φάρασ. κάλ’γκεψα [ˈkalɟepsa] Αξ. κάλ’κεψα [ˈkalcepsa] Μπέηκ. κάλεψα [ˈkalepsa] Ποτάμ., Σίλατ. κάλιψα [ˈkalipsa] Τσαρικ. κάλ’ντεψα [ˈkaldepsa] Τελμ. Μτχ. κατλημένους [κatliˈmenus] Σίλ. γαλεμένος [ɣaleˈmenos] Σινασσ. ...
καλμούσι (επίθ.) καλμούσ̑' [kalˈmuʃ] Ανακ., Σίλατ., Φλογ. καλμίσι [kalˈmisi] Σίλατ. γαλμούσ̑' [ɣalˈmuʃ] Μισθ. γαλμίχι [ɣalˈmiçi] Φάρασ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. kalmış = ανύπαντρη, γεροντοκόρη (THADS, λ. kalmış).
Ανύπαντρος μεγάλης ηλικίας, γεροντοκόρη-γεροντοπαλίκαρο. ό.π.τ. : Ένα καλμούσ̑' κορίτσ̑' (Μιά γεροντοκόρη) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812 Άμα ήτουνε 18 λένκαμε: «Έμεινε γαλμίχι» (Άμα ήτανε 18 χρονών λέγαμε: «Έμεινε στο ράφι») Φάρασ. -ΕΚΠΑ 2142 Συνών. γαρτλαμούς :2, κιουτούκι