ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

έγκλημα (ουσ. ουδ.) ένgλημα [ˈeŋglima] Φάρασ. Αρχ. ουσ. ἔγκλημα.
Μομφή, παράπονο Συνών. ζέμμι, ιφτιρά, κόψιμο, παράπονο
εγώ ( αντων. ) εγώ [eˈɣo] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Δίλ., Μισθ., Ποτάμ., Σίλ. εγιώ [eˈʝo] Αξ. εώ [eˈo] Αξ. ι’ού [iˈu] Σεμέντρ. 'γώ [ɣo] Αφσάρ., Σίλατ., Σίλ., Φάρασ., Φλογ. 'βγώ [ˈvɣo] Τροχ. εγώνα [eˈɣona] Ανακ., Δίλ., Μαλακ., Φλογ. ’γώνα [ˈɣona] Μισθ. ώνα [ˈona] Ουλαγ. ων [on] Ουλαγ. ογώ [οˈɣo ] Μισθ., Τσαρικ., Φερτάκ. ουγώ [uˈɣo] Σίλ. οώ [οˈo] Ουλαγ. ω [o] Ουλαγ. ογώνα [οˈɣona] Μισθ., Ουλαγ., Φερτάκ. Γεν. εμού [eˈmu] Καππ. μου [mu] Αραβαν., Αφσάρ., κ.α., Ποτάμ., Σίλ., Τσουχούρ., Φάρασ. μ’ [m] Αξ., Αραβαν., Αφσάρ., κ.α., Σίλ., Σινασσ., Τελμ., Φάρασ. Αιτ. εμέ [eˈme] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Δίλ., Μισθ., Ουλαγ., Φλογ. μένα [ˈmena] Ανακ., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλ., Φάρασ. εμένα [eˈmena] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Μαλακ., Ουλαγ. μένι [ˈmeni ] Καππ. μέν’ [men] Φλογ. αμέ [ˈame] Καππ. με [me] Αξ., Δίλ., κ.α., Ουλαγ., Τελμ., Φλογ. μι [mi] Δίλ., Μαλακ., Μισθ. Πληθ. εμείς [eˈmis] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Σίλ. ιμείς [iˈmis] Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλ., Φλογ. εμεί [eˈmi] Φάρασ. ’μείς [mis] Μισθ., Σατ., Σίλ., Φάρασ. Γεν. ημών [iˈmon] Δίλ. Αιτ. εμάς [eˈmas] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Φλογ. ιμάς [iˈmas] Δίλ. ουμάς [uˈmas] Σίλ. μας [mas] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Μισθ., Σίλ., Τελμ. μες [mes] Φάρασ. ...