εγιλντώ
(ρ.)
εγιλτώ
[eʝilˈto]
Φλογ.
εϊλντώ
[eilˈdo]
Σίλ.
εν̊ιλντού
[eŋilˈdu]
Ουλαγ.
Από το τουρκ. ρ. eğilmek = σκύβω.
1. Σκύβω
ό.π.τ.
:
Πολύ εϊλντά
(Πολύ σκύβει)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Τούρκος εγιλτέ και σ̑οριούτσικα σ' ωτί τ' ρωτά
(Ο Τούρκος σκύβει και τον ρωτάει κρυφά στο αφτί)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
Συνών.
χαμηλώνω, κλίνω
2. Λυγίζω, κάμπτομαι
Φλογ.
:
Το δεντρό 'πότ' είν' μικρό εγιλτέ
(Το δέντρο όταν είναι μικρό λυγίζει)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
Συνών.
μπιουκιουλντίζω