ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καθόλου (επίρρ.) καθόλου [kaˈθolu] Ανακ., Μισθ., Φάρασ. κασόλου [kaˈsolu] Σίλ. κατ͑όλου [kaˈtʰolu] Σίλ. Αρχ. επίρρ. καθόλου = γενικώς, εντελώς.
1. Σε αρνητ. πρόταση, καθόλου ό.π.τ. : Και κείνος καθόλου δε μίλανεν, κατάλαβεν που ήτον σ̑ιφώτης να πάρ’ τη μιλιά τ’ (Και εκείνος καθόλου δεν μιλούσε, κατάλαβε ότι ήταν καλικάντζαρος και θα του έπαιρνε την φωνή του) Ανακ. -Κωστ.Α. Χριστιανοί κατ͑όλου ρεν είχαν χωράφια (Οι Χριστιανοί δεν είχαν καθόλου χωράφια) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ5 Ισλάχ ρε ήτου κασόλου (Δεν ήταν καθόλου υγρό, ενν. το δωμάτιο) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ3 Συνών. γάτιαν, χιτς
2. Σε ερωτηματική πρόταση, έστω για λίγο Μισθ. : Έριδι τσ̑αού σου χωριό καθόλου; (Έρχεσαι εδώ στο χωριό καθόλου;) Μισθ. -ΑΠΥ-ΑΠΘ
κάθομαι ( ρ. ) κάθομαι [ˈkaθome] Ανακ., Τελμ., Φλογ. κάθομι [ˈkaθomi] Τσουχούρ. κάθουμι [ˈkaθumi] Μαλακ., Μισθ., Φάρασ. κάχομαι [ˈkaxome] Αξ. κάχουμαι [ˈkaxume] Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Μισθ. κάχουμι [ˈkaxumi] Μισθ., Σεμέντρ., Τσαρικ. κάρουμαι [ˈkarume] Αραβαν., Γούρδ. κάγομαι [ˈkaɣome] Ουλαγ. κάομαι [ˈkaome] Αραβ., Ουλαγ. κάσουμου [ˈkasumu] Σίλ. κάτομαι [kaˈtomaste] Αραβ. Παρατατ. καθούμαν [kaˈθuman] Μαλακ. καθούταμαι [kaˈθutame] Σίλατ. καχούτονμαι [kaˈxutonme] Αξ. καχότομαι [kaˈxotome] Σεμέντρ. καχότομι [kaˈxotomi] Τσαρικ. καχόουμι [kaˈxoumi] Μισθ. καρόμουν [kaˈromun] Αραβαν. καθίνισκα [kaˈθiniska] Αραβ. καθούμουν [kaˈθumun] Μαλακ., Σίλατ., Φλογ. κασινόντζ̑ισκα [katsiˈnondʒiska] Σίλ. κασινόσκα [katsiˈnoska] Σίλ. Αόρ. έκατσα [ˈekatsa] Γούρδ. έκατσ̑α [ˈekatʃa] Γούρδ., Ουλαγ., Τσαρικ., Φερτάκ. έκασα [ˈekasa] Τελμ. κάτισα [ˈkatisa] Αραβ. κάτ'σα [ˈkatsa] Αξ., Αφσάρ., Μαλακ., Ποτάμ., Φάρασ., Φλογ. κάτζα [ˈkadza] Φάρασ. κάθισα [ˈkaθisa] Ποτάμ. Προστ. κάτσε [ˈkatse] Αραβ., Μισθ. κάτσι [ˈkatsi] Μαλακ. κάτσ̑ι [ˈkatʃi] Σίλ. Πληθ., Προστ. κατσέτε [kaˈtsete] Ανακ. ...