λέρα
(ουσ. θηλ.)
λέρα
[ˈlera]
Μαλακ., Φλογ.
Μεσν. ουσ. λέρα (πβ. Πουλολ. 1.434 «ἐσάπην ἐκ τὴν λέραν»), υποχωρ. σχηματ. από το ρ. λερώνω.