ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντρανώ ( ρ. ) ντρανώ [draˈno] Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Σεμέντρ., Σίλ., Φερτάκ. ντρανού [draˈnu] Ουλαγ. τρανώ [traˈno] Ανακ., Αξ., Γούρδ., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Ποτάμ., Σίλατ., Σίλ., Σινασσ., Τελμ., Τροχ., Φερτάκ., Φλογ. ρανώ [raˈno] Αξ., Αραβαν., Μισθ., Τελμ. Παρατατ. ντράνεινα [ˈdranina] Αραβαν. ντράν-να [ˈdran:a] Αξ. ντράνεινισ̑κα [ˈdraniniʃka] Αραβαν., Ουλαγ., Φερτάκ. ντράνην'σκα [ˈdraninska] Ουλαγ. τράνανα [ˈtranana] Ανακ., Σίλατ., Σινασσ. τράνεινα [ˈtranina] Ποτάμ., Σίλατ. τρανήνα [traˈnina] Τελμ. τράνισ̑κα [ˈtraniʃka] Αξ. τράνεινισ̑γκα [ˈtraniniʃga] Ουλαγ. τραν̑ηνόντζ̑ισκα [ˈtraɲinondʒiska] Σίλ. τραν̑ηνόσκα [ˈtraɲinoska] Σίλ. ράνανα [ˈranana] Μισθ. ράνεινα [ˈranina] Μισθ. Αόρ. ντράνησα [ˈdranisa] Σίλ. ντράν'σα [ˈdransa] Αραβαν., Ουλαγ., Σίλ. ντράνdσα [ˈdrandsa] Αξ. τράνησα [ˈtranisa] Ανακ., Αραβ., Μαλακ. τράν'σα [ˈtransa] Αξ., κ.α., Σίλ. τράησα [ˈtraisa] Σίλ. ράν'σα [ˈransa] Μισθ. ράντσα [ˈrantsa] Αξ., Μισθ. είδα [ˈiða] Μαλακ., Ποτάμ., Σίλατ., Τελμ., Φερτάκ., Φλογ. είdα [ˈida] Μισθ., Φερτάκ. είδια [ˈiσ̑ʝa] Αξ., Μπέηκ., Σινασσ. είdια [ˈidʝa] Αξ. είζα [ˈiza] Σεμέντρ. είγια [ˈiʝa] Αξ., Ουλαγ. είρα [ˈira] Αραβαν., Γούρδ., Σίλ. γείρα [ˈʝira] Γούρδ. Πληθ., Υποτ. ασ̑ουρούμ' [aʃuˈrum] Αραβαν., Φερτάκ. ας 'ουμ' [as um] Αραβαν. ας 'ουμισίζ [as umiˈsiz] Αραβαν. άειμας [ˈaimas] Τσαρικ. αείμ' [aˈim] Αραβαν., Μισθ. Προστ. ντράνα [ˈdrana] Αξ., Αραβαν., Ουλαγ. τράνα [ˈtrana] Σινασσ. ράνα [ˈrana] Τσαρικ. ντράνησ' [ˈdranis] Αξ., Αραβαν., Σίλ. τράνησ' [ˈtranis] Αξ., Αραβαν., Σίλ. Παθ. ντρανιέμαι [draˈɲeme] Αξ. Μτχ. ντρανημένο [draniˈmeno] Ουλαγ. ...
ντραπεία (ουσ. θηλ.) ντραπεία [draˈpia] Φάρασ. Από το ρ. ντροπιάζομαι, όπου και τύπ. ντραπιέζουμαι, και το παραγωγ. επίθμ. -εία.
Ντροπή Συνών. ντροπή, ντρόπιασμα