ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντουσούντημα (ουσ. ουδ.) ντουσ̑ούντημα [duʹʃundima] Μισθ. Από το ρ. ντουσουντίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
1. Περισυλλογή, προβληματισμός
2. Στεναχώρια : Βασιλιάς απ του ντουσ̑ούντημα σου τόπου 'τ ντέ χωρεί (Ο βασιλιάς από τη στεναχώρια του δεν χωράει στον τόπο του) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ