μπογάζι
(ουσ. θηλ.)
μπουγάζ'
[buˈɣaz]
Μισθ.
μπογάζ
[boˈɣaz]
Ανακ.
πογάζι
[poˈɣazi]
Φάρασ.
μπογόζι
[boˈɣozi]
Φάρασ.
Νεότ. ουσ. μπογάζι (Λεξ. Σομ., λ. μπουγάζι), το οπ. από το τουρκ. ουσ. boğaz = α) λαιμός β) δίοδος.
1. Στενό, μπουγάζι
Φάρασ.
:
Της Τέμπαρας το μπογόζι βγαίνει ως τη δεχά το σ̑όνι
(Στο στενό της Τέμπαρας το χιόνι φτάνει μέχρι το ύψος της διχάλας των ποδιών)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
2. Άνεμος που φυσά μέσα από στενωπό
Μισθ.