συνξύνα
(ουσ.)
σϋξΰνι
[syˈksyni]
Αραβαν.
σϋνξ̑ύνα
[synˈkʃina]
Δίλ.
σϋνσΰνα
[synˈsyna]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ουσ. süksün = σβέρκος, όπου και διαλεκτ. τύπ. sünsün. Οι τύπ. με αρκτ. ν- με αποβ. της αρκτ. συλλ. λόγω επανανάλυσής της ως πρόθ. εις.