νεξέ
(ουσ. ουδ.)
νεξέ
[neˈkse]
Μισθ.
να̈ξα̈́
[næˈksæ]
Μισθ.
ναξ̑ά
[naˈkʃa]
Μισθ., Σίλ.
Από το τουρκ. ουσ. ense, παλαιότ. eŋse = α) σβέρκος β) πλάτη γ) κωλομέρια. Tο αρκτ. ν- λόγω συνεκφοράς με την αιτ. του οριστ. άρθρου ή άλλες λ. που έληγαν σε -ν.
1. Αυχένας, σβέρκος
ό.π.τ.
:
Ταύ'σιν μι να σ̑απλαχιά σ' νιαξά απάν'
(Μου έρριξε μιά σφαλιάρα στον αυχένα πάνω)
Μισθ.
-Κοτσαν.
|| Φρ.
Δα πτάαρια μας ναξ̑ά κρούϊξαμ'
(Τα πόδια μας στον σβέρκο χτυπούσαμε˙Τρέχαμε πολύ γρήγορα)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Συνών.
γούβα, γουντούφα, κέρκελα, σφονδύλι, σφόνδυλος, συνξύνα