ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Ιστορικό Λεξικό των Ιδιωμάτων της Καππαδοκίας (ΙΛΙΚ)

Dictionary Το Ιστορικό Λεξικό των Ιδιωμάτων της Καππαδοκίας (ΙΛΙΚ) αποτελεί καρπό ερευνητικού προγράμματος που συγχρηματοδοτήθηκε από την Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (Γ.Γ.Ε.Τ.) και το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ), και υλοποιήθηκε από το 2018 ως το 2022 με φορέα το Εργαστήριο Νεοελληνικών Διαλέκτων του Πανεπιστημίου Πατρών, με την υποστήριξη του Κέντρου Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων -ΙΛΝΕ της Ακαδημίας Αθηνών (πρόγραμμα Digitizing the Cappadocian Dialectal Landscape – DiCaDLand, http://cappadocian.upatras.gr/el) .

Στόχος του ΙΛΙΚ είναι να παράσχει την πληρέστερη δυνατή λεξικογραφική τεκμηρίωση της Καππαδοκικής διαλέκτου, εντασσόμενο στην σειρά μειζόνων διαλεκτικών λεξικών της Ακαδημίας Αθηνών, δηλ. του Ιστορικού Λεξικού των Ελληνικών Ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας (Καραναστάσης 1984-1992), του Λεξικού της Τσακωνικής Διαλέκτου (Κωστάκης 1986-1987) και φυσικά του Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ, 1933-). Το λεξικό συνοδεύεται από τον Γλωσσικό Άτλαντα των διαλεκτικών ποικιλιών της Καππαδοκίας, σε έντυπη μορφή από την Ακαδημία Αθηνών (Μελισσαροπούλου 2024) και σε ηλεκτρονική μορφή από το Πανεπιστήμιο Πατρών.

Ο Γλωσσικός Άτλαντας σε ηλεκτρονική μορφή

Οι γραπτές πηγές του ΙΛΙΚ αποτελούνται από το σύνολο της δημοσιευμένης βιβλιογραφίας για τα ιδιώματα της Καππαδοκίας (περιγραφές ιδιωμάτων, γλωσσάρια, εκδόσεις αφηγήσεων, ασμάτων κλπ.) καθώς και από τις χειρόγραφες συλλογές διαλεκτικού υλικού του ΚΕΝΔΙ-ΙΛΝΕ, του ΚΕΕΛ, του Σπουδαστηρίου Λαογραφίας του ΕΚΠΑ και του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Παράλληλα, το ΙΛΙΚ αξιοποιεί και μεγάλο όγκο πρόσφατων προφορικών διαλεκτικών καταγραφών ομιλητών 3ης και 4ης γενεάς προσφύγων, ενώ εμπλουτίζεται διαρκώς από νέα δεδομένα που προκύπτουν από τρέχουσες επιτόπιες έρευνες. Επιθυμία των συντελεστών του έργου ήταν αυτό να αποτελέσει έναν φάρο μνήμης για τα 100 χρόνια από το τέλος της ιστορικής παρουσίας των καππαδοκικών ιδιωμάτων στην πατρίδα τους.

Το λήμμα της εβδομάδας

βολόνι (ουσ. ουδ.) βολόνι [voˈloni] Ανακ., Σινασσ., Φερτάκ. βολόν̑ι [voˈloɲi] Σίλ. βολόν' [voˈlon] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Δίλ., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Ποτάμ., Σεμέντρ., Σίλατ., Σινασσ., Τσαρικ., Φερτάκ., Φλογ. βι-όνι [viˈoni] Τσουχούρ., Φάρασ., Φκόσ. βγόνι [ˈvɣoni] Τσουχούρ.
1. Βελόνι ό.π.τ. : Βολονιού το μάσ̑' (Το μάτι της βελόνας) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Βολονιού ντο τυρπί (Η τρύπα της βελόνας) Τσαρικ. -Καραλ. Έλα να μ' περάσ' ντου βολόν' (Έλα να μου περάσεις την κλωστή στην βελόνα) Μισθ. -Κωστ.Μ. Πέριξιν ντου βολόν' την κλωστή (Πέρασε την κλωστή στην βελόνα) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Έχισ̑κα 'να αλτι̂νιού βολόν' κι ικείνο λάχ'σα το qαϊτούρ' τον κώλο (Eίχα ένα χρυσό βελόνι και το έμπηξα στον κώλο του γαϊδάρου) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Παίρνει τώρα το βγόνι με την κωστή (Παίρνει τώρα την βελόνα με την κλωστή) Τσουχούρ. -VLACH || Φρ. Αν qουνdήεις βολόν', 'ς̑ τη γη δεν πέφτ' (Αν ρίξεις βελόνι, στην γη δεν πέφτει˙ δεν πέφτει καρφίτσα, γίνεται το αδιαχώρητο) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Με τα δυο βολόνια ράφτει (Ράβει με δύο βελόνες˙ είναι διπρόσωπος) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Έφαγεν βολόν' (Έφαγε βελόνι˙ αδυνάτισε πολύ) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Πέρασάν ντο βολόνια (Του πέρασαν βελόνες˙ του έκαναν θεραπεία βελονισμού) Μισθ. -Κωστ.Μ. Έχασ' η Βενετιά βολόν' (Έχασ' η Βενετιά βελόνι˙ ειρων., για ασήμαντη απώλεια) Σινασσ. -Αρχέλ. || Παροιμ. Το βολόν' χάχτα το σίφταχ' σο γιαυτό σ' και σόνgρα το σακ'ράφ' σο χώρα (Μπήξε πρώτα στον εαυτό σου την βελόνα και μετά την σακκοράφα στον ξένο˙ κρίνε πρώτα τα δικά σου ελαττώματα και μετά των άλλων) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. || Ασμ. Ντουρβανίτσα μ', καρακίτσα μ'
χάσα το βολόνι μ'
ηύρα το ψαλίρα μ'
(Μικρό μου δρουβάνι, ανθόγαλό μουέχασα το βελόνι μου
βρήκα το ψαλίδι μου )
Αραβαν. -Φωστ.
Πβ. αδροβόλονο, τσιμπίδι, τσίπρα, τσόπι