νά
(μόρ.)
νά
[na]
Σινασσ., Φάρασ.
Μεσν. μόρ. νά (Λεξ. Κριαρ.)
Δεικτικό μόριο για έντονη τοπική δείξη
ό.π.τ.
:
'ποτέ σωρεύ' το ρεβίθ', νά φυτεύτηνε ομbρό της ο Μπεκήρ Αγάς
(Ενώ μάζευε τα ρεβίθια, νά σου ξεφύτρωσε μπροστά της ο Μπεκήρ Αγάς)
Σινασσ.
-Τακαδόπ.
Ετιά έν' η θεία, φίλα χέρ’, ετάς έν ο ταγής, φίλα χέρ’, νά ο πεθερός, μούλλω
(Αυτή εἰναι η θεία, φίλα το χέρι της, αυτός είναι ο θείος, φίλα το χέρι του, νά ο πεθερός, σώπα)
Σινασσ.
-Λεύκωμα
"Νά αλτούνα, νάτα"· πήρεν τ' αλτούνα, πήρεν τα
("Να χρήματα, πάρ'τα"· πήρε τα χρήματα, τα πήρε)
Φάρασ.
-Grég.
-Τι φκιάνεις;… -Τι να ποίκουμ'; Νά, μαινοβγαίνουμ'
(-Τι κάνεις;… -Τι να κάνουμε; Νά, μπαινοβγαίνουμε)
Σινασσ.
-Λεύκωμα
Συνών.
αντά, μά, ντεχά
Τροποποιήθηκε: 23/07/2026