ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νά (μόρ.) νά [na] Σινασσ., Φάρασ. Μεσν. μόρ. νά (Λεξ. Κριαρ.) Για την Μ. Ασία βλ. και Golden (1985: 111).
Δεικτικό μόριο για έντονη τοπική δείξη ό.π.τ. : 'ποτέ σωρεύ' το ρεβίθ', νά φυτεύτηνε ομbρό της ο Μπεκήρ Αγάς (Ενώ μάζευε τα ρεβίθια, νά σου ξεφύτρωσε μπροστά της ο Μπεκήρ Αγάς) Σινασσ. -Τακαδόπ. Στου καπάνας την ώρα νά τον και φάνην αποκάτου (Την ώρα που χτύπησε η καμπάνα, νά τον και φάνηκε αποκάτω) Σινασσ. -Τακαδόπ. Ετιά έν' η θεία, φίλα χέρ’, ετάς έν ο ταγής, φίλα χέρ’, νά ο πεθερός, μούλλω (Αυτή εἰναι η θεία, φίλα το χέρι της, αυτός είναι ο θείος, φίλα το χέρι του, νά ο πεθερός, σώπα) Σινασσ. -Λεύκωμα "Νά αλτούνα, νάτα"· πήρεν τ' αλτούνα, πήρεν τα ("Να χρήματα, πάρ'τα"· πήρε τα χρήματα, τα πήρε) Φάρασ. -Grég. -Τι φκιάνεις;… -Τι να ποίκουμ'; Νά, μαινοβγαίνουμ' (-Τι κάνεις;… -Τι να κάνουμε; Νά, μπαινοβγαίνουμε) Σινασσ. -Λεύκωμα Μά εταγιά, νά και το μαχμουτιέ (Να πάρε αυτά, νά και ο μαχμουντιές) Σινασσ. -Λεύκωμα Συνών. αντά, μά, ντεχά
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026