ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ναζλούς (επίθ.) ναζλούς [nazˈlus] Φάρασ. Θηλ. ναζλούσα [nazˈlusa] Φάρασ. ναζλού [nazˈlu] Σίλατ., Σινασσ. Από το τουρκ. επίθ. nazlı = ναζιάρης.
1. Ναζιάρης ό.π.τ. Συνών. τσαπχίν
2. H λ. ως κύριο όν. γυναικών Σίλατ.
Τροποποιήθηκε: 12/06/2025