ναζάρι
(ουσ. ουδ.)
ναζάρι
[naˈzari]
Σίλ.
ναζάρ'
[naˈzar]
Φερτάκ.
Από το νεότ. ουσ. ναζάρι, το οπ. από το τουρκ. ουσ. nazar = α) βλέμμα β) κακό μάτι, μάτιασμα.
Τροποποιήθηκε: 08/05/2025