ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ήψημα (ουσ. ουδ.) ήψημα [ˈipsima] Τσουχούρ., Φάρασ. ήψεμα [ʹipsema] Φάρασ. ήψωμα [ˈipsoma] Φάρασ. Από το αρχ. ουσ. ἔψημα = α) βρασμένο φαγητό β) βρασμένος μούστος, με επέκτ. της αύξησης από τον αόρ. Πβ. Διοσκ. Ὕλ. ἰατρ. 5.6.4.4 «καθεψομένου τοῦ γλεύκους σίραιος ἢ ἕψημα καλούμενος».
Πετιμέζι : ’ς τα Άδανα πηγαίναμε τζ̑’ ερχούμεστε· πααίνκαμ’ άλειμμα, παχλάδε, σ̑ερέσ̑ι, μέλι, ήψεμα (Στα Άδανα πηγαίναμε κι ερχόμαστε· πηγαίναμε βούτυρο, φασόλια, χόρτα, μέλι, πετιμέζι) Φάρασ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Του γεννέθη α φσ̑όκκο σήμερο μο το ήψεμα τζαι μο το ΄λεύρι φταίνκαν κοφτάρι ο χισίμοι μας (Την ημέρα που γεννιόταν το παιδί με το πετιμέζι και με το αλεύρι έφτιαχναν μουσταλευριά οι συγγενείς μας) Φάρασ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Πατείνκαν dα μο τά πράδα τουν, μο το ζωμι φταίνγκανι ήψημα (Τα πατούσαν με τα πόδια τους (ενν. τα σταφύλια), με το ζουμί έφτιαχναν πετιμέζι) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. || Φρ. Ηψεμάτου χώμα (Χώμα για πετιμέζι˙ χώμα ή στάχτη που έρριχναν για να πήξει το πετιμέζι) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β Συνών. πεκμέζι
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026