ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

υφάνισμα (ουσ. ουδ.) 'φάνισμα [΄fanizma] Ουλαγ. 'φάνημα [ˈfanima] Μισθ. 'φαίτσιμα [ˈfetsima] Μισθ. Από το ρ. υφαίνω, όπου και τύπ. 'φανίζω, και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρ. υφαίνω ό.π.τ. : Ογώνα 'φάνισμα ντέ ξεύρω (Εγώ δεν ξέρω να υφαίνω) Ουλαγ. -Κεσ. Συνών. τσικρίκι
Τροποποιήθηκε: 13/08/2025