θυρόκκο
(ουσ. ουδ.)
θυρόκ-κο
[θiˈrokko]
Φάρασ.
Aπό το ουσ. θύρα ή θύρι και το υποκορ. επίθμ. -όκκο.
Πορτίτσα
Τροποποιήθηκε: 20/02/2026