ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ωχ (επιφ.) ωχ [ox] Αραβαν., Γούρδ., Μισθ., Σινασσ. Μεσν. επιφών. ὤχ, απώτερα ηχομιμητ.
Επιφώνημα δηλωτικό αγωνίας, πόνου ή και χαράς ό.π.τ. : Φόρτουσιν σας, ντοϊστούρ'σιν εσάς, ωχ ωχ Παναγία μου (Σας το φόρτωσε, σας ανακάτεψε, ωχ ωχ Παναγία μου) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Μάνα ωχ! (Ωχ μάνα μου!) Σινασσ. -Τακαδόπ. || Φρ. Ωχ για! Αραβαν., Γούρδ. -Φωστ.-Κεσ. Συνών. αμάν :1, ε :2, ουφ, ω
Τροποποιήθηκε: 09/08/2025