ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νελικιά (ουσ. θηλ.) νελικιά [neliˈca] Δίλ., Μισθ. νελιτσ̑ά [neliˈtʃa] Μισθ. 'ελικιά [eliˈca] Φλογ. Πιθ. από το τουρκ. ουσ. nalça = πέταλο. Εναλλακτικά, από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. elik = μοχλός (THADS, λ. elik III).
Επίμηκες ξύλινο εξάρτημα, το οποίο συνδέει τον ζυγό των ζώων με τον κεντρικό άξονα του κάρου, το αλέτρι ή την δουκάνη ό.π.τ. : Κοπάνιζαμ' το με το 'ελικιά για να πατηθεί (Το κοπανούσαμε (το χώμα) με την νελικιά, για να πατηθεί) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812
Τροποποιήθηκε: 22/11/2025