νενές
(ουσ. αρσ.)
νενές
[neʹnes]
Φάρασ.
νενέ
[neˈne]
Αξ.
να̈να̈́ς
[næʹnæs]
Αφσάρ., Τσουχούρ.
Από το τουρκ. ουσ. nane = α) το φυτό μέντα (Μίνθη η πιπερώδης, Mentha piperita) β) το μυρωδικό που εξάγεται από το φυτό αυτό.
1. Δυόσμος
ό.π.τ.
2. Ρίγανη
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026