νεφρἰ
(ουσ. ουδ.)
νεφρί
[neˈfri]
Μαλακ.
Πληθ.
νεφιριά
[nefirˈʝa]
Ανακ., Δίλ., Μαλακ.
Από το μεταγν. ουσ. νεφρίον. Ο τύπ. νεφιριά με ευφων. ανάπτ. [i].
Τροποποιήθηκε: 25/11/2025