τενεκιώνας
(επίθ.)
τα̈νικα̈ώνας
[tænicæˈonas]
Μισθ.
Από το ουσ. τενεκές και το παραγωγ. επίθμ. -ώνας.
1. Τενεκεδένιος
2. Μτφ., κάλπικος, ψεύτικος
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026