ομουτλαντίζω
(ρ.)
ουμουτ͑λανdίζω
[umutʰlanˈdizo]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. umutlanmak = ελπίζω.
Ελπίζω
Συνών.
ομντίζω
Τροποποιήθηκε: 25/06/2026