σεγμέν
(ουσ. αρσ.)
σεγμέν
[seɣˈmen]
Φάρασ., Φλογ.
Πληθ.
σεγμένοι
[seʹɣmeni]
Φάρασ.
Aπό το τουρκ. ουσ. seğmen = α) ο επιφορτισμένος με τη φύλαξη κυνηγητικών σκυλιών β) ένοπλος φρουρός γ) διαλεκτ., ένοπλος νεαρός ντυμένος με παραδοσιακή στολή που συνοδεύει τη γαμήλια πομπή (Redhouse, Tietze 2019: λ. seymen).
1. Απεσταλμένος για πρόταση γάμου, προξενητής
Φλογ.
:
Γιολάτ'σα σεγμέν, κοριτσού βα τ' μάνα τ' γένεν καργιά τ'νε και αβούτσα σεμαδεύομαι
(Έστειλα προξενητή, ο πατέρας και η μάνα της κοπέλας συμφώνησαν, και έτσι αρραβωνιάζομαι)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ 811
2. Ένοπλος νεαρός συνοδός γαμήλιας πομπής
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 20/02/2026