ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σεγμέν (ουσ. αρσ.) σεγμέν [seɣˈmen] Φάρασ., Φλογ. Πληθ. σεγμένοι [seʹɣmeni] Φάρασ. Aπό το τουρκ. ουσ. seğmen = α) ο επιφορτισμένος με τη φύλαξη κυνηγητικών σκυλιών β) ένοπλος φρουρός γ) διαλεκτ., ένοπλος νεαρός ντυμένος με παραδοσιακή στολή που συνοδεύει τη γαμήλια πομπή (Redhouse, Tietze 2019: λ. seymen).
1. Απεσταλμένος για πρόταση γάμου, προξενητής Φλογ. : Γιολάτ'σα σεγμέν, κοριτσού βα τ' μάνα τ' γένεν καργιά τ'νε και αβούτσα σεμαδεύομαι (Έστειλα προξενητή, ο πατέρας και η μάνα της κοπέλας συμφώνησαν, και έτσι αρραβωνιάζομαι) Φλογ. -ΙΛΝΕ 811
2. Ένοπλος νεαρός συνοδός γαμήλιας πομπής Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 20/02/2026