λοπούσι
(ουσ. ουδ.)
λοπούσ̑'
[loˈpuʃ]
Αραβαν.
Aπό το τουρκ. ουσ. lobut, όπου και διαλεκτ. τύπ. loput = α) ρόπαλο β) κορύνα.
Xoνδρός κόπανος
:
Πατισ̑άχος πήρε ένα λοπούσ̑' κι άρχεψε να κρούγ' ένα παρλάχ' τεψί
(Ο βασιλιάς πήρε έναν χοντρό κόπανο κι άρχισε να βαράει ένα γυαλιστερό ταψί)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Συνών.
κόπανος :1, τοκμάκι, τοπούζι :2, τσεμτσέ :2
Τροποποιήθηκε: 05/01/2025