λούλα (II)
(ουσ. θηλ.)
λούλα
[ˈlula]
Σίλ.
Από το μεταγν. ουσ. λόλλα ‘είδος φυτού’ (PLond.1.122.12). Πβ. και ν.ε. διαλεκτ. ουσ. λόλα = μπιζέλι (Κύθνος).
Eίδος εδώδιμου λαχανικού, ίσως ρόκα ή λόλα
:
Έφαγα νιούγες λούλες
(Έφαγα λίγες λούλες)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Τροποποιήθηκε: 27/12/2025